ψιθυρίζω conjugation in Greek
"ψιθυρίζω" is a common greek verb meaning "whisper". Below are its conjugations across major tenses.
ψιθυρίζω
whisper
Ενεστώτας
εγώεγώ ψιθυρίζω
εσύεσύ ψιθυρίζεις
αυτός/αυτήαυτός ψιθυρίζει
εμείςεμείς ψιθυρίζουμε
εσείςεσείς ψιθυρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ψιθυρίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ ψιθύριζα
εσύεσύ ψιθύριζες
αυτός/αυτήαυτός ψιθύριζε
εμείςεμείς ψιθυρίζαμε
εσείςεσείς ψιθυρίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ψιθύριζαν
Αόριστος
εγώεγώ ψιθύρισα
εσύεσύ ψιθύρισες
αυτός/αυτήαυτός ψιθύρισε
εμείςεμείς ψιθυρίσαμε
εσείςεσείς ψιθυρίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ψιθύρισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ψιθυρίζω
εσύεσύ θα ψιθυρίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα ψιθυρίζει
εμείςεμείς θα ψιθυρίζουμε
εσείςεσείς θα ψιθυρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ψιθυρίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ψιθυρίσω
εσύεσύ θα ψιθυρίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ψιθυρίσει
εμείςεμείς θα ψιθυρίσουμε
εσείςεσείς θα ψιθυρίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ψιθυρίσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ψιθυρίζω
εσύεσύ να ψιθυρίζεις
αυτός/αυτήαυτός να ψιθυρίζει
εμείςεμείς να ψιθυρίζουμε
εσείςεσείς να ψιθυρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ψιθυρίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ψιθυρίσω
εσύεσύ να ψιθυρίσεις
αυτός/αυτήαυτός να ψιθυρίσει
εμείςεμείς να ψιθυρίσουμε
εσείςεσείς να ψιθυρίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ψιθυρίσουν
Usages & examples
ψιθυρίζω σε κάποιονΜην ψιθυρίζεις σε μένα, πες το καθαρά.Don't whisper to me, say it clearly.
ψιθυρίζω στο αυτίΤου ψιθύρισα στο αυτί ότι όλα θα πάνε καλά.I whispered in his ear that everything would be fine.
ψιθυρίζεται ότι...Ψιθυρίζεται ότι θα φύγει από την ομάδα.It's whispered that he will leave the team.
τι ψιθυρίζεις;Τι ψιθυρίζεις εκεί πίσω;What are you whispering back there?