ψωνίζω conjugation in Greek
"ψωνίζω" is a common greek verb meaning "shop". Below are its conjugations across major tenses.
ψωνίζω
shop
Ενεστώτας
εγώεγώ ψωνίζω
εσύεσύ ψωνίζεις
αυτός/αυτήαυτός ψωνίζει
εμείςεμείς ψωνίζουμε
εσείςεσείς ψωνίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ψωνίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ ψώνιζα
εσύεσύ ψώνιζες
αυτός/αυτήαυτός ψώνιζε
εμείςεμείς ψωνίζαμε
εσείςεσείς ψωνίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ψώνιζαν
Αόριστος
εγώεγώ ψώνισα
εσύεσύ ψώνισες
αυτός/αυτήαυτός ψώνισε
εμείςεμείς ψωνίσαμε
εσείςεσείς ψωνίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ψώνισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ψωνίζω
εσύεσύ θα ψωνίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα ψωνίζει
εμείςεμείς θα ψωνίζουμε
εσείςεσείς θα ψωνίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ψωνίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ψωνίσω
εσύεσύ θα ψωνίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ψωνίσει
εμείςεμείς θα ψωνίσουμε
εσείςεσείς θα ψωνίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ψωνίσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ψωνίζω
εσύεσύ να ψωνίζεις
αυτός/αυτήαυτός να ψωνίζει
εμείςεμείς να ψωνίζουμε
εσείςεσείς να ψωνίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ψωνίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ψωνίσω
εσύεσύ να ψωνίσεις
αυτός/αυτήαυτός να ψωνίσει
εμείςεμείς να ψωνίσουμε
εσείςεσείς να ψωνίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ψωνίσουν
Usages & examples
ψωνίζω από/σε + μέροςΣυνήθως ψωνίζω από το σούπερ μάρκετ της γειτονιάς.I usually shop at the neighborhood supermarket.
πάω να ψωνίσωΠάω να ψωνίσω λίγο καφέ, θες κάτι;I'm going to buy some coffee; do you want anything?
ψώνισα + αντικείμενοΨώνισα φρούτα και λαχανικά για όλη την εβδομάδα.I bought fruit and vegetables for the whole week.
προτιμώ να ψωνίζω + αντικείμενο/onlineΤον τελευταίο καιρό προτιμώ να ψωνίζω online.Lately I prefer to shop online.