ακούω conjugation in Greek
"ακούω" is a common greek verb meaning "to hear; to listen". Below are its conjugations across major tenses.
ακούω
to hear; to listen
Ενεστώτας
εγώεγώ ακούω
εσύεσύ ακούς
αυτός/αυτήαυτός ακούει
εμείςεμείς ακούμε
εσείςεσείς ακούτε
αυτοί/αυτέςαυτοί ακούνε
Παρατατικός
εγώεγώ άκουγα
εσύεσύ άκουγες
αυτός/αυτήαυτός άκουγε
εμείςεμείς ακούγαμε
εσείςεσείς ακούγατε
αυτοί/αυτέςαυτοί άκουγαν
Αόριστος
εγώεγώ άκουσα
εσύεσύ άκουσες
αυτός/αυτήαυτός άκουσε
εμείςεμείς ακούσαμε
εσείςεσείς ακούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί άκουσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ακούω
εσύεσύ θα ακούς
αυτός/αυτήαυτός θα ακούει
εμείςεμείς θα ακούμε
εσείςεσείς θα ακούτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ακούνε
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ακούσω
εσύεσύ θα ακούσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ακούσει
εμείςεμείς θα ακούσουμε
εσείςεσείς θα ακούσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ακούσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ακούω
εσύεσύ να ακούς
αυτός/αυτήαυτός να ακούει
εμείςεμείς να ακούμε
εσείςεσείς να ακούτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ακούνε
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ακούσω
εσύεσύ να ακούσεις
αυτός/αυτήαυτός να ακούσει
εμείςεμείς να ακούσουμε
εσείςεσείς να ακούσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ακούσουν
Usages & examples
ακούω + αντικείμενο (μουσική, ήχο)Κάθε πρωί ακούω ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο.Every morning I listen to the radio in the car.
ακούω ότι/πως + πρότασηΆκουσα πως πήρες προαγωγή· μπράβο!I heard you got a promotion—congrats!
ακούω κάποιον (υπακούω)Πρέπει να ακούς τον γιατρό σου.You should listen to your doctor.
δεν ακούω καλάΔεν σε ακούω καλά, μίλα πιο δυνατά.I can't hear you well, speak louder.