αλλάζω conjugation in Greek
"αλλάζω" is a common greek verb meaning "to change". Below are its conjugations across major tenses.
αλλάζω
to change
Ενεστώτας
εγώεγώ αλλάζω
εσύεσύ αλλάζεις
αυτός/αυτήαυτός αλλάζει
εμείςεμείς αλλάζουμε
εσείςεσείς αλλάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί αλλάζουν
Παρατατικός
εγώεγώ άλλαζα
εσύεσύ άλλαζες
αυτός/αυτήαυτός άλλαζε
εμείςεμείς αλλάζαμε
εσείςεσείς αλλάζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί άλλαζαν
Αόριστος
εγώεγώ άλλαξα
εσύεσύ άλλαξες
αυτός/αυτήαυτός άλλαξε
εμείςεμείς άλλαξαμε
εσείςεσείς αλλάξατε
αυτοί/αυτέςαυτοί άλλαξαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα αλλάζω
εσύεσύ θα αλλάζεις
αυτός/αυτήαυτός θα αλλάζει
εμείςεμείς θα αλλάζουμε
εσείςεσείς θα αλλάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αλλάζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα αλλάξω
εσύεσύ θα αλλάξεις
αυτός/αυτήαυτός θα αλλάξει
εμείςεμείς θα αλλάξουμε
εσείςεσείς θα αλλάξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αλλάξουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να αλλάζω
εσύεσύ να αλλάζεις
αυτός/αυτήαυτός να αλλάζει
εμείςεμείς να αλλάζουμε
εσείςεσείς να αλλάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αλλάζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να αλλάξω
εσύεσύ να αλλάξεις
αυτός/αυτήαυτός να αλλάξει
εμείςεμείς να αλλάξουμε
εσείςεσείς να αλλάξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αλλάξουν
Usages & examples
αλλάζω ρούχαΠερίμενε ένα λεπτό να αλλάξω ρούχα και φεύγουμε.Wait a minute for me to change clothes and then we leave.
αλλάζω γνώμηΣτην τελευταία στιγμή άλλαξα γνώμη και δεν πήγα.At the last moment I changed my mind and didn't go.
αλλάζω κανάλιΜπορείς να αλλάξεις κανάλι; Δεν μου αρέσει αυτή η εκπομπή.Can you change the channel? I don't like this show.
ο καιρός αλλάζειΠάρε μπουφάν, ο καιρός αλλάζει γρήγορα στο βουνό.Take a jacket; the weather changes quickly in the mountains.