κοιτάζω conjugation in Greek
"κοιτάζω" is a common greek verb meaning "to look at". Below are its conjugations across major tenses.
κοιτάζω
to look at
Ενεστώτας
εγώεγώ κοιτάζω
εσύεσύ κοιτάζεις
αυτός/αυτήαυτός κοιτάζει
εμείςεμείς κοιτάζουμε
εσείςεσείς κοιτάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί κοιτάζουν
Παρατατικός
εγώεγώ κοίταζα
εσύεσύ κοίταζες
αυτός/αυτήαυτός κοίταζε
εμείςεμείς κοιτάζαμε
εσείςεσείς κοιτάζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κοίταζαν
Αόριστος
εγώεγώ κοίταξα
εσύεσύ κοίταξες
αυτός/αυτήαυτός κοίταξε
εμείςεμείς κοιτάξαμε
εσείςεσείς κοιτάξατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κοίταξαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα κοιτάζω
εσύεσύ θα κοιτάζεις
αυτός/αυτήαυτός θα κοιτάζει
εμείςεμείς θα κοιτάζουμε
εσείςεσείς θα κοιτάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κοιτάζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα κοιτάξω
εσύεσύ θα κοιτάξεις
αυτός/αυτήαυτός θα κοιτάξει
εμείςεμείς θα κοιτάξουμε
εσείςεσείς θα κοιτάξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κοιτάξουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να κοιτάζω
εσύεσύ να κοιτάζεις
αυτός/αυτήαυτός να κοιτάζει
εμείςεμείς να κοιτάζουμε
εσείςεσείς να κοιτάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κοιτάζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να κοιτάξω
εσύεσύ να κοιτάξεις
αυτός/αυτήαυτός να κοιτάξει
εμείςεμείς να κοιτάξουμε
εσείςεσείς να κοιτάξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κοιτάξουν
Usages & examples
κοιτάζω κάτιΜην με κοιτάζεις έτσι.Don't look at me like that.
κοιτάζω να + υποτακτικήΚοίτα να τελειώσεις πριν τις πέντε.Make sure you finish before five.
κοίτα, + πρότασηΚοίτα, έρχεται η Μαρία!Look, Maria is coming!
κοιτάζω για + ουσιαστικόΚοιτάζω για καινούριο λάπτοπ.I'm looking for a new laptop.