αντιμετωπίζω conjugation in Greek
"αντιμετωπίζω" is a common greek verb meaning "to deal with; to face". Below are its conjugations across major tenses.
αντιμετωπίζω
to deal with; to face
Ενεστώτας
εγώεγώ αντιμετωπίζω
εσύεσύ αντιμετωπίζεις
αυτός/αυτήαυτός αντιμετωπίζει
εμείςεμείς αντιμετωπίζουμε
εσείςεσείς αντιμετωπίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί αντιμετωπίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ αντιμετώπιζα
εσύεσύ αντιμετώπιζες
αυτός/αυτήαυτός αντιμετώπιζε
εμείςεμείς αντιμετωπίζαμε
εσείςεσείς αντιμετωπίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί αντιμετώπιζαν
Αόριστος
εγώεγώ αντιμετώπισα
εσύεσύ αντιμετώπισες
αυτός/αυτήαυτός αντιμετώπισε
εμείςεμείς αντιμετωπίσαμε
εσείςεσείς αντιμετωπίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί αντιμετώπισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα αντιμετωπίζω
εσύεσύ θα αντιμετωπίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα αντιμετωπίζει
εμείςεμείς θα αντιμετωπίζουμε
εσείςεσείς θα αντιμετωπίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αντιμετωπίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα αντιμετωπίσω
εσύεσύ θα αντιμετωπίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα αντιμετωπίσει
εμείςεμείς θα αντιμετωπίσουμε
εσείςεσείς θα αντιμετωπίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αντιμετωπίσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να αντιμετωπίζω
εσύεσύ να αντιμετωπίζεις
αυτός/αυτήαυτός να αντιμετωπίζει
εμείςεμείς να αντιμετωπίζουμε
εσείςεσείς να αντιμετωπίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αντιμετωπίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να αντιμετωπίσω
εσύεσύ να αντιμετωπίσεις
αυτός/αυτήαυτός να αντιμετωπίσει
εμείςεμείς να αντιμετωπίσουμε
εσείςεσείς να αντιμετωπίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αντιμετωπίσουν
Usages & examples
αντιμετωπίζω ένα πρόβλημαΠρέπει να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα τώρα.We have to deal with the problem now.
αντιμετωπίζω δυσκολίεςΑυτή την περίοδο αντιμετωπίζει μεγάλες οικονομικές δυσκολίες.She’s currently facing major financial difficulties.
αντιμετωπίζω κάποιον + επίρρημαΤον αντιμετωπίζουν άδικα στη δουλειά.They treat him unfairly at work.
αντιμετωπίζω κάτι με + ουσιαστικόΠροσπάθησε να το αντιμετωπίσεις με ψυχραιμία.Try to handle it calmly.