αξίζω conjugation in Greek
"αξίζω" is a common greek verb meaning "be worth". Below are its conjugations across major tenses.
αξίζω
be worth
Ενεστώτας
εγώεγώ αξίζω
εσύεσύ αξίζεις
αυτός/αυτήαυτός αξίζει
εμείςεμείς αξίζουμε
εσείςεσείς αξίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί αξίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ άξιζα
εσύεσύ άξιζες
αυτός/αυτήαυτός άξιζε
εμείςεμείς αξίζαμε
εσείςεσείς αξίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί άξιζαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα αξίζω
εσύεσύ θα αξίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα αξίζει
εμείςεμείς θα αξίζουμε
εσείςεσείς θα αξίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αξίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα αξίσω
εσύεσύ θα αξίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα αξίσει
εμείςεμείς θα αξίσουμε
εσείςεσείς θα αξίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αξίσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να αξίζω
εσύεσύ να αξίζεις
αυτός/αυτήαυτός να αξίζει
εμείςεμείς να αξίζουμε
εσείςεσείς να αξίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αξίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να αξίσω
εσύεσύ να αξίσεις
αυτός/αυτήαυτός να αξίσει
εμείςεμείς να αξίσουμε
εσείςεσείς να αξίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αξίσουν
Usages & examples
αξίζει να + υποτ.Αξίζει να το δεις.It’s worth seeing it.
αξίζω κάτιΠιστεύω ότι αξίζω σεβασμό.I believe I deserve respect.
αξίζει X ευρώΑυτό το ποδήλατο αξίζει πεντακόσια ευρώ.This bicycle is worth five hundred euros.
δεν αξίζει τον κόποΔεν αξίζει τον κόπο να τσακωνόμαστε για λεπτομέρειες.It’s not worth arguing over details.