απλώνω conjugation in Greek
"απλώνω" is a common greek verb meaning "to spread out; to hang up". Below are its conjugations across major tenses.
απλώνω
to spread out; to hang up
Ενεστώτας
εγώεγώ απλώνω
εσύεσύ απλώνεις
αυτός/αυτήαυτός απλώνει
εμείςεμείς απλώνουμε
εσείςεσείς απλώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί απλώνουν
Παρατατικός
εγώεγώ άπλωνα
εσύεσύ άπλωνες
αυτός/αυτήαυτός άπλωνε
εμείςεμείς απλώναμε
εσείςεσείς απλώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί άπλωναν
Αόριστος
εγώεγώ άπλωσα
εσύεσύ άπλωσες
αυτός/αυτήαυτός άπλωσε
εμείςεμείς απλώσαμε
εσείςεσείς απλώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί άπλωσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα απλώνω
εσύεσύ θα απλώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα απλώνει
εμείςεμείς θα απλώνουμε
εσείςεσείς θα απλώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα απλώνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα απλώσω
εσύεσύ θα απλώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα απλώσει
εμείςεμείς θα απλώσουμε
εσείςεσείς θα απλώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα απλώσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να απλώνω
εσύεσύ να απλώνεις
αυτός/αυτήαυτός να απλώνει
εμείςεμείς να απλώνουμε
εσείςεσείς να απλώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να απλώνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να απλώσω
εσύεσύ να απλώσεις
αυτός/αυτήαυτός να απλώσει
εμείςεμείς να απλώσουμε
εσείςεσείς να απλώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να απλώσουν
Usages & examples
απλώνω ρούχαΜισό λεπτό, να απλώσω τα ρούχα στο μπαλκόνι.Give me a minute to hang the clothes on the balcony.
απλώνω το χέριΆπλωσε το χέρι του και πήρε το ποτήρι.He reached out his hand and took the glass.
απλώνω βούτυρο σεΠρώτα απλώνω βούτυρο στο ψωμί και μετά τη μαρμελάδα.First I spread butter on the bread and then the jam.
απλώνω κουβέρτα στοΆπλωσα μια κουβέρτα στο γρασίδι και κάτσαμε.I laid a blanket on the grass and we sat down.