αποθηκεύω conjugation in Greek
"αποθηκεύω" is a common greek verb meaning "save (file)". Below are its conjugations across major tenses.
αποθηκεύω
save (file)
Ενεστώτας
εγώεγώ αποθηκεύω
εσύεσύ αποθηκεύεις
αυτός/αυτήαυτός αποθηκεύει
εμείςεμείς αποθηκεύουμε
εσείςεσείς αποθηκεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί αποθηκεύουν
Παρατατικός
εγώεγώ αποθήκευα
εσύεσύ αποθήκευες
αυτός/αυτήαυτός αποθήκευε
εμείςεμείς αποθηκεύαμε
εσείςεσείς αποθηκεύατε
αυτοί/αυτέςαυτοί αποθήκευαν
Αόριστος
εγώεγώ αποθήκευσα
εσύεσύ αποθήκευσες
αυτός/αυτήαυτός αποθήκευσε
εμείςεμείς αποθηκεύσαμε
εσείςεσείς αποθηκεύσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί αποθήκευσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα αποθηκεύω
εσύεσύ θα αποθηκεύεις
αυτός/αυτήαυτός θα αποθηκεύει
εμείςεμείς θα αποθηκεύουμε
εσείςεσείς θα αποθηκεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αποθηκεύουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα αποθηκεύσω
εσύεσύ θα αποθηκεύσεις
αυτός/αυτήαυτός θα αποθηκεύσει
εμείςεμείς θα αποθηκεύσουμε
εσείςεσείς θα αποθηκεύσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αποθηκεύσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να αποθηκεύω
εσύεσύ να αποθηκεύεις
αυτός/αυτήαυτός να αποθηκεύει
εμείςεμείς να αποθηκεύουμε
εσείςεσείς να αποθηκεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αποθηκεύουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να αποθηκεύσω
εσύεσύ να αποθηκεύσεις
αυτός/αυτήαυτός να αποθηκεύσει
εμείςεμείς να αποθηκεύσουμε
εσείςεσείς να αποθηκεύσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αποθηκεύσουν
Usages & examples
αποθηκεύω ένα αρχείοΜην ξεχάσεις να αποθηκεύσεις το έγγραφο πριν το κλείσεις.Don't forget to save the document before you close it.
αποθηκεύω πράγματα σε/στοΑποθήκευσα τα καλοκαιρινά ρούχα στο πατάρι.I stored the summer clothes in the attic.
αποθηκεύω ενέργειαΑυτές οι μπαταρίες αποθηκεύουν περισσότερη ενέργεια από τις παλιές.These batteries store more energy than the old ones.
αποθηκεύω στο μυαλό μουΠροσπάθησα να αποθηκεύσω τον κωδικό στο μυαλό μου.I tried to store the password in my mind.