αποφασίζω conjugation in Greek
"αποφασίζω" is a common greek verb meaning "to decide". Below are its conjugations across major tenses.
αποφασίζω
to decide
Ενεστώτας
εγώεγώ αποφασίζω
εσύεσύ αποφασίζεις
αυτός/αυτήαυτός αποφασίζει
εμείςεμείς αποφασίζουμε
εσείςεσείς αποφασίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί αποφασίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ αποφάσιζα
εσύεσύ αποφάσιζες
αυτός/αυτήαυτός αποφάσιζε
εμείςεμείς αποφασίζαμε
εσείςεσείς αποφασίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί αποφάσιζαν
Αόριστος
εγώεγώ αποφάσισα
εσύεσύ αποφάσισες
αυτός/αυτήαυτός αποφάσισε
εμείςεμείς αποφασίσαμε
εσείςεσείς αποφασίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί αποφάσισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα αποφασίζω
εσύεσύ θα αποφασίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα αποφασίζει
εμείςεμείς θα αποφασίζουμε
εσείςεσείς θα αποφασίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αποφασίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα αποφασίσω
εσύεσύ θα αποφασίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα αποφασίσει
εμείςεμείς θα αποφασίσουμε
εσείςεσείς θα αποφασίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αποφασίσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να αποφασίζω
εσύεσύ να αποφασίζεις
αυτός/αυτήαυτός να αποφασίζει
εμείςεμείς να αποφασίζουμε
εσείςεσείς να αποφασίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αποφασίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να αποφασίσω
εσύεσύ να αποφασίσεις
αυτός/αυτήαυτός να αποφασίσει
εμείςεμείς να αποφασίσουμε
εσείςεσείς να αποφασίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αποφασίσουν
Usages & examples
αποφασίζω να + υποτ.Αποφάσισα να φύγω νωρίς.I decided to leave early.
έχω αποφασίσει να...Έχω αποφασίσει να ξεκινήσω γυμναστήριο.I have decided to start going to the gym.
αποφασίζω + αντικείμενοΤο συμβούλιο αποφάσισε την ακύρωση της εκδήλωσης.The council decided the cancellation of the event.
αποφασίζω υπέρ/κατάΤελικά, αποφάσισα υπέρ της μετακόμισης.In the end, I decided in favor of moving.