αρπάζω conjugation in Greek

"αρπάζω" is a common greek verb meaning "grab". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
αρπάζω

grab

Ενεστώτας

εγώεγώ αρπάζω
εσύεσύ αρπάζεις
αυτός/αυτήαυτός αρπάζει
εμείςεμείς αρπάζουμε
εσείςεσείς αρπάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί αρπάζουν

Παρατατικός

εγώεγώ άρπαζα
εσύεσύ άρπαζες
αυτός/αυτήαυτός άρπαζε
εμείςεμείς αρπάζαμε
εσείςεσείς αρπάζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί άρπαζαν

Αόριστος

εγώεγώ άρπαξα
εσύεσύ άρπαξες
αυτός/αυτήαυτός άρπαξε
εμείςεμείς αρπάξαμε
εσείςεσείς αρπάξατε
αυτοί/αυτέςαυτοί άρπαξαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα αρπάζω
εσύεσύ θα αρπάζεις
αυτός/αυτήαυτός θα αρπάζει
εμείςεμείς θα αρπάζουμε
εσείςεσείς θα αρπάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αρπάζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα αρπάξω
εσύεσύ θα αρπάξεις
αυτός/αυτήαυτός θα αρπάξει
εμείςεμείς θα αρπάξουμε
εσείςεσείς θα αρπάξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αρπάξουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να αρπάζω
εσύεσύ να αρπάζεις
αυτός/αυτήαυτός να αρπάζει
εμείςεμείς να αρπάζουμε
εσείςεσείς να αρπάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αρπάζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να αρπάξω
εσύεσύ να αρπάξεις
αυτός/αυτήαυτός να αρπάξει
εμείςεμείς να αρπάξουμε
εσείςεσείς να αρπάξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αρπάξουν

Usages & examples

αρπάζω κάτι από κάποιονΤου άρπαξε το κινητό και έτρεξε.She snatched his phone and ran.
αρπάζω την ευκαιρίαΜόλις του πρότειναν δουλειά, άρπαξε την ευκαιρία.As soon as they offered him a job, he seized the opportunity.
μου/σου/του άρπαξαν + αντικείμενοΜου άρπαξαν το πορτοφόλι στο μετρό.They stole my wallet on the metro.
αρπάζει το φαγητόΧαμήλωσε τη φωτιά, το φαγητό αρπάζει.Turn down the heat, the food is burning.