βουρτσίζω conjugation in Greek
"βουρτσίζω" is a common greek verb meaning "brush". Below are its conjugations across major tenses.
βουρτσίζω
brush
Ενεστώτας
εγώεγώ βουρτσίζω
εσύεσύ βουρτσίζεις
αυτός/αυτήαυτός βουρτσίζει
εμείςεμείς βουρτσίζουμε
εσείςεσείς βουρτσίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί βουρτσίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ βούρτσιζα
εσύεσύ βούρτσιζες
αυτός/αυτήαυτός βούρτσιζε
εμείςεμείς βουρτσίζαμε
εσείςεσείς βουρτσίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί βούρτσιζαν
Αόριστος
εγώεγώ βούρτσισα
εσύεσύ βούρτσισες
αυτός/αυτήαυτός βούρτσισε
εμείςεμείς βουρτσίσαμε
εσείςεσείς βουρτσίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί βούρτσισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα βουρτσίζω
εσύεσύ θα βουρτσίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα βουρτσίζει
εμείςεμείς θα βουρτσίζουμε
εσείςεσείς θα βουρτσίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα βουρτσίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα βουρτσίσω
εσύεσύ θα βουρτσίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα βουρτσίσει
εμείςεμείς θα βουρτσίσουμε
εσείςεσείς θα βουρτσίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα βουρτσίσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να βουρτσίζω
εσύεσύ να βουρτσίζεις
αυτός/αυτήαυτός να βουρτσίζει
εμείςεμείς να βουρτσίζουμε
εσείςεσείς να βουρτσίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να βουρτσίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να βουρτσίσω
εσύεσύ να βουρτσίσεις
αυτός/αυτήαυτός να βουρτσίσει
εμείςεμείς να βουρτσίσουμε
εσείςεσείς να βουρτσίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να βουρτσίσουν
Usages & examples
βουρτσίζω κάτιΒουρτσίζω τα παπούτσια μου πριν βγω.I brush my shoes before I go out.
βουρτσίζω τα δόντια μουΚάθε πρωί βουρτσίζω τα δόντια μου.Every morning I brush my teeth.
βουρτσίζω τα μαλλιά μουΜετά το ντους βουρτσίζω τα μαλλιά μου.After the shower I brush my hair.
βουρτσίζω το σκύλοΜια φορά την εβδομάδα βουρτσίζω το σκύλο μου.Once a week I brush my dog.