γιορτάζω conjugation in Greek
"γιορτάζω" is a common greek verb meaning "to celebrate". Below are its conjugations across major tenses.
γιορτάζω
to celebrate
Ενεστώτας
εγώεγώ γιορτάζω
εσύεσύ γιορτάζεις
αυτός/αυτήαυτός γιορτάζει
εμείςεμείς γιορτάζουμε
εσείςεσείς γιορτάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί γιορτάζουν
Παρατατικός
εγώεγώ γιόρταζα
εσύεσύ γιόρταζες
αυτός/αυτήαυτός γιόρταζε
εμείςεμείς γιορτάζαμε
εσείςεσείς γιορτάζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί γιόρταζαν
Αόριστος
εγώεγώ γιόρτασα
εσύεσύ γιόρτασες
αυτός/αυτήαυτός γιόρτασε
εμείςεμείς γιορτάσαμε
εσείςεσείς γιορτάσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί γιόρτασαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα γιορτάζω
εσύεσύ θα γιορτάζεις
αυτός/αυτήαυτός θα γιορτάζει
εμείςεμείς θα γιορτάζουμε
εσείςεσείς θα γιορτάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα γιορτάζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα γιορτάσω
εσύεσύ θα γιορτάσεις
αυτός/αυτήαυτός θα γιορτάσει
εμείςεμείς θα γιορτάσουμε
εσείςεσείς θα γιορτάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα γιορτάσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να γιορτάζω
εσύεσύ να γιορτάζεις
αυτός/αυτήαυτός να γιορτάζει
εμείςεμείς να γιορτάζουμε
εσείςεσείς να γιορτάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να γιορτάζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να γιορτάσω
εσύεσύ να γιορτάσεις
αυτός/αυτήαυτός να γιορτάσει
εμείςεμείς να γιορτάσουμε
εσείςεσείς να γιορτάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να γιορτάσουν
Usages & examples
γιορτάζω + κάτιΓιορτάζω τα γενέθλιά μου το Σάββατο.I’m celebrating my birthday on Saturday.
γιορτάζει + κάποιοςΑύριο γιορτάζει η Μαρία, να της πάρεις λουλούδια.Maria celebrates her name day tomorrow, so get her flowers.
γιορτάζω + κάτι + με + τρόποΓιορτάζουμε την επέτειό μας με δείπνο δίπλα στη θάλασσα.We’re celebrating our anniversary with dinner by the sea.
ας γιορτάσουμε!Περάσαμε τις εξετάσεις, ας γιορτάσουμε!We passed the exams—let’s celebrate!