γυαλίζω conjugation in Greek
"γυαλίζω" is a common greek verb meaning "polish". Below are its conjugations across major tenses.
γυαλίζω
polish
Ενεστώτας
εγώεγώ γυαλίζω
εσύεσύ γυαλίζεις
αυτός/αυτήαυτός γυαλίζει
εμείςεμείς γυαλίζουμε
εσείςεσείς γυαλίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί γυαλίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ γυάλιζα
εσύεσύ γυάλιζες
αυτός/αυτήαυτός γυάλιζε
εμείςεμείς γυαλίζαμε
εσείςεσείς γυαλίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί γυάλιζαν
Αόριστος
εγώεγώ γυάλισα
εσύεσύ γυάλισες
αυτός/αυτήαυτός γυάλισε
εμείςεμείς γυαλίσαμε
εσείςεσείς γυαλίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί γυάλισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα γυαλίζω
εσύεσύ θα γυαλίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα γυαλίζει
εμείςεμείς θα γυαλίζουμε
εσείςεσείς θα γυαλίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα γυαλίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα γυαλίσω
εσύεσύ θα γυαλίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα γυαλίσει
εμείςεμείς θα γυαλίσουμε
εσείςεσείς θα γυαλίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα γυαλίσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να γυαλίζω
εσύεσύ να γυαλίζεις
αυτός/αυτήαυτός να γυαλίζει
εμείςεμείς να γυαλίζουμε
εσείςεσείς να γυαλίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να γυαλίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να γυαλίσω
εσύεσύ να γυαλίσεις
αυτός/αυτήαυτός να γυαλίσει
εμείςεμείς να γυαλίσουμε
εσείςεσείς να γυαλίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να γυαλίσουν
Usages & examples
γυαλίζω + αντικείμενοΘα γυαλίσω τα παπούτσια μου πριν βγω.I'll polish my shoes before I go out.
κάτι γυαλίζειΤο πάτωμα γυαλίζει μετά το σφουγγάρισμα.The floor is shining after the mopping.
μου γυάλισεΜου γυάλισε αμέσως αυτό το σακάκι στη βιτρίνα.That jacket in the shop window caught my eye right away.
του γυαλίζει το μάτιΠρόσεχε, του γυαλίζει το μάτι και μπορεί να ξεσπάσει.Careful, he has that wild look in his eye and might blow up.