γυμνάζω conjugation in Greek
"γυμνάζω" is a common greek verb meaning "exercise/train". Below are its conjugations across major tenses.
γυμνάζω
exercise/train
Ενεστώτας
εγώεγώ γυμνάζω
εσύεσύ γυμνάζεις
αυτός/αυτήαυτός γυμνάζει
εμείςεμείς γυμνάζουμε
εσείςεσείς γυμνάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί γυμνάζουν
Παρατατικός
εγώεγώ γύμναζα
εσύεσύ γύμναζες
αυτός/αυτήαυτός γύμναζε
εμείςεμείς γυμνάζαμε
εσείςεσείς γυμνάζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί γύμναζαν
Αόριστος
εγώεγώ γύμνασα
εσύεσύ γύμνασες
αυτός/αυτήαυτός γύμνασε
εμείςεμείς γυμνάσαμε
εσείςεσείς γυμνάσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί γύμνασαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα γυμνάζω
εσύεσύ θα γυμνάζεις
αυτός/αυτήαυτός θα γυμνάζει
εμείςεμείς θα γυμνάζουμε
εσείςεσείς θα γυμνάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα γυμνάζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα γυμνάσω
εσύεσύ θα γυμνάσεις
αυτός/αυτήαυτός θα γυμνάσει
εμείςεμείς θα γυμνάσουμε
εσείςεσείς θα γυμνάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα γυμνάσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να γυμνάζω
εσύεσύ να γυμνάζεις
αυτός/αυτήαυτός να γυμνάζει
εμείςεμείς να γυμνάζουμε
εσείςεσείς να γυμνάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να γυμνάζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να γυμνάσω
εσύεσύ να γυμνάσεις
αυτός/αυτήαυτός να γυμνάσει
εμείςεμείς να γυμνάσουμε
εσείςεσείς να γυμνάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να γυμνάσουν
Usages & examples
γυμνάζω + μέρος του σώματοςΓυμνάζω τα πόδια μου κάθε πρωί.I work out my legs every morning.
γυμνάζω + άτομο/ομάδαΟ προπονητής γυμνάζει την ομάδα στο γήπεδο.The coach trains the team on the field.
γυμνάζομαιΓυμνάζομαι τρεις φορές την εβδομάδα.I work out three times a week.