διασκεδάζω conjugation in Greek
"διασκεδάζω" is a common greek verb meaning "have fun". Below are its conjugations across major tenses.
διασκεδάζω
have fun
Ενεστώτας
εγώεγώ διασκεδάζω
εσύεσύ διασκεδάζεις
αυτός/αυτήαυτός διασκεδάζει
εμείςεμείς διασκεδάζουμε
εσείςεσείς διασκεδάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί διασκεδάζουν
Παρατατικός
εγώεγώ διασκέδαζα
εσύεσύ διασκέδαζες
αυτός/αυτήαυτός διασκέδαζε
εμείςεμείς διασκεδάζαμε
εσείςεσείς διασκεδάζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί διασκέδαζαν
Αόριστος
εγώεγώ διασκέδασα
εσύεσύ διασκέδασες
αυτός/αυτήαυτός διασκέδασε
εμείςεμείς διασκεδάσαμε
εσείςεσείς διασκεδάσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί διασκέδασαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα διασκεδάζω
εσύεσύ θα διασκεδάζεις
αυτός/αυτήαυτός θα διασκεδάζει
εμείςεμείς θα διασκεδάζουμε
εσείςεσείς θα διασκεδάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα διασκεδάζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα διασκεδάσω
εσύεσύ θα διασκεδάσεις
αυτός/αυτήαυτός θα διασκεδάσει
εμείςεμείς θα διασκεδάσουμε
εσείςεσείς θα διασκεδάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα διασκεδάσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να διασκεδάζω
εσύεσύ να διασκεδάζεις
αυτός/αυτήαυτός να διασκεδάζει
εμείςεμείς να διασκεδάζουμε
εσείςεσείς να διασκεδάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να διασκεδάζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να διασκεδάσω
εσύεσύ να διασκεδάσεις
αυτός/αυτήαυτός να διασκεδάσει
εμείςεμείς να διασκεδάσουμε
εσείςεσείς να διασκεδάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να διασκεδάσουν
Usages & examples
σκέτο διασκεδάζωΧτες στο πάρτι διασκεδάσαμε απίστευτα.We had an amazing time at the party yesterday.
διασκεδάζω με + ουσιαστικόΔιασκεδάζω με επιτραπέζια παιχνίδια τα βράδια.I have fun with board games in the evenings.
διασκεδάζω κάποιονΟ θείος μου πάντα διασκεδάζει τα παιδιά με αστεία.My uncle always entertains the kids with jokes.
βγαίνω να διασκεδάσωΘες να βγούμε να διασκεδάσουμε το Σάββατο;Do you want to go out and have some fun on Saturday?