ελπίζω conjugation in Greek

"ελπίζω" is a common greek verb meaning "to hope". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
ελπίζω

to hope

Ενεστώτας

εγώεγώ ελπίζω
εσύεσύ ελπίζεις
αυτός/αυτήαυτός ελπίζει
εμείςεμείς ελπίζουμε
εσείςεσείς ελπίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ελπίζουν

Παρατατικός

εγώεγώ ήλπιζα
εσύεσύ ήλπιζες
αυτός/αυτήαυτός ήλπιζε
εμείςεμείς ελπίζαμε
εσείςεσείς ελπίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ήλπιζαν

Αόριστος

εγώεγώ ήλπισα
εσύεσύ ήλπισες
αυτός/αυτήαυτός ήλπισε
εμείςεμείς ελπίσαμε
εσείςεσείς ελπίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ήλπισαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα ελπίζω
εσύεσύ θα ελπίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα ελπίζει
εμείςεμείς θα ελπίζουμε
εσείςεσείς θα ελπίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ελπίζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα ελπίσω
εσύεσύ θα ελπίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ελπίσει
εμείςεμείς θα ελπίσουμε
εσείςεσείς θα ελπίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ελπίσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να ελπίζω
εσύεσύ να ελπίζεις
αυτός/αυτήαυτός να ελπίζει
εμείςεμείς να ελπίζουμε
εσείςεσείς να ελπίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ελπίζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να ελπίσω
εσύεσύ να ελπίσεις
αυτός/αυτήαυτός να ελπίσει
εμείςεμείς να ελπίσουμε
εσείςεσείς να ελπίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ελπίσουν

Usages & examples

ελπίζω να + υποτακτικήΕλπίζω να τελειώσω τη δουλειά νωρίς.I hope to finish the work early.
ελπίζω πως/ότι + ρήμαΕλπίζω πως θα έρθεις στο πάρτι.I hope that you will come to the party.
το ελπίζω—Θα έχουμε καλό καιρό; —Το ελπίζω.—Will we have good weather? —I hope so.
ελπίζω σε + ουσιαστικόΕλπίζουμε σε μια καλή συμφωνία.We hope for a good deal.