επηρεάζω conjugation in Greek

"επηρεάζω" is a common greek verb meaning "to affect; to influence". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
επηρεάζω

to affect; to influence

Ενεστώτας

εγώεγώ επηρεάζω
εσύεσύ επηρεάζεις
αυτός/αυτήαυτός επηρεάζει
εμείςεμείς επηρεάζουμε
εσείςεσείς επηρεάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί επηρεάζουν

Παρατατικός

εγώεγώ επηρέαζα
εσύεσύ επηρέαζες
αυτός/αυτήαυτός επηρέαζε
εμείςεμείς επηρεάζαμε
εσείςεσείς επηρεάζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί επηρέαζαν

Αόριστος

εγώεγώ επηρέασα
εσύεσύ επηρέασες
αυτός/αυτήαυτός επηρέασε
εμείςεμείς επηρεάσαμε
εσείςεσείς επηρεάσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί επηρέασαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα επηρεάζω
εσύεσύ θα επηρεάζεις
αυτός/αυτήαυτός θα επηρεάζει
εμείςεμείς θα επηρεάζουμε
εσείςεσείς θα επηρεάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα επηρεάζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα επηρεάσω
εσύεσύ θα επηρεάσεις
αυτός/αυτήαυτός θα επηρεάσει
εμείςεμείς θα επηρεάσουμε
εσείςεσείς θα επηρεάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα επηρεάσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να επηρεάζω
εσύεσύ να επηρεάζεις
αυτός/αυτήαυτός να επηρεάζει
εμείςεμείς να επηρεάζουμε
εσείςεσείς να επηρεάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να επηρεάζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να επηρεάσω
εσύεσύ να επηρεάσεις
αυτός/αυτήαυτός να επηρεάσει
εμείςεμείς να επηρεάσουμε
εσείςεσείς να επηρεάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να επηρεάσουν

Usages & examples

επηρεάζω κάποιον/κάτιΗ γνώμη της επηρεάζει την τελική απόφαση.Her opinion influences the final decision.
επηρεάζω την υγεία/ψυχολογίαΤο άγχος επηρεάζει την υγεία σου.Stress affects your health.
επηρεάζομαι απόΕπηρεάζομαι εύκολα από τους φίλους μου.I'm easily influenced by my friends.
επηρεάζω κάποιον να + υποτ.Ο διαφημιστής επηρέασε τους πελάτες να αγοράσουν το προϊόν.The advertiser influenced the customers to buy the product.