εφαρμόζω conjugation in Greek

"εφαρμόζω" is a common greek verb meaning "apply". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
εφαρμόζω

apply

Ενεστώτας

εγώεγώ εφαρμόζω
εσύεσύ εφαρμόζεις
αυτός/αυτήαυτός εφαρμόζει
εμείςεμείς εφαρμόζουμε
εσείςεσείς εφαρμόζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί εφαρμόζουν

Παρατατικός

εγώεγώ εφάρμοζα
εσύεσύ εφάρμοζες
αυτός/αυτήαυτός εφάρμοζε
εμείςεμείς εφαρμόζαμε
εσείςεσείς εφαρμόζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί εφάρμοζαν

Αόριστος

εγώεγώ εφάρμοσα
εσύεσύ εφάρμοσες
αυτός/αυτήαυτός εφάρμοσε
εμείςεμείς εφαρμόσαμε
εσείςεσείς εφαρμόσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί εφάρμοσαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα εφαρμόζω
εσύεσύ θα εφαρμόζεις
αυτός/αυτήαυτός θα εφαρμόζει
εμείςεμείς θα εφαρμόζουμε
εσείςεσείς θα εφαρμόζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα εφαρμόζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα εφαρμόσω
εσύεσύ θα εφαρμόσεις
αυτός/αυτήαυτός θα εφαρμόσει
εμείςεμείς θα εφαρμόσουμε
εσείςεσείς θα εφαρμόσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα εφαρμόσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να εφαρμόζω
εσύεσύ να εφαρμόζεις
αυτός/αυτήαυτός να εφαρμόζει
εμείςεμείς να εφαρμόζουμε
εσείςεσείς να εφαρμόζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να εφαρμόζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να εφαρμόσω
εσύεσύ να εφαρμόσεις
αυτός/αυτήαυτός να εφαρμόσει
εμείςεμείς να εφαρμόσουμε
εσείςεσείς να εφαρμόσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να εφαρμόσουν

Usages & examples

εφαρμόζω νόμο/κανόναΗ κυβέρνηση προσπαθεί να εφαρμόσει τον νέο κανονισμό από την Πρωτοχρονιά.The government is trying to implement the new regulation from New Year's.
εφαρμόζω κρέμα/μακιγιάζΕφαρμόζω την κρέμα κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ.I apply the cream every night before I go to bed.
εφαρμόζει σε/στοΗ θήκη εφαρμόζει τέλεια στο κινητό μου.The case fits perfectly on my phone.
εφαρμόζω γνώσεις στην πράξηΠρέπει να εφαρμόσουμε όσα μάθαμε στη σχολή στην πράξη.We have to apply what we learned at college in practice.