ζωγραφίζω conjugation in Greek
"ζωγραφίζω" is a common greek verb meaning "to draw; to paint". Below are its conjugations across major tenses.
ζωγραφίζω
to draw; to paint
Ενεστώτας
εγώεγώ ζωγραφίζω
εσύεσύ ζωγραφίζεις
αυτός/αυτήαυτός ζωγραφίζει
εμείςεμείς ζωγραφίζουμε
εσείςεσείς ζωγραφίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ζωγραφίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ ζωγράφιζα
εσύεσύ ζωγράφιζες
αυτός/αυτήαυτός ζωγράφιζε
εμείςεμείς ζωγραφίζαμε
εσείςεσείς ζωγραφίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ζωγράφιζαν
Αόριστος
εγώεγώ ζωγράφισα
εσύεσύ ζωγράφισες
αυτός/αυτήαυτός ζωγράφισε
εμείςεμείς ζωγραφίσαμε
εσείςεσείς ζωγραφίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ζωγράφισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ζωγραφίζω
εσύεσύ θα ζωγραφίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα ζωγραφίζει
εμείςεμείς θα ζωγραφίζουμε
εσείςεσείς θα ζωγραφίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ζωγραφίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ζωγραφίσω
εσύεσύ θα ζωγραφίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ζωγραφίσει
εμείςεμείς θα ζωγραφίσουμε
εσείςεσείς θα ζωγραφίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ζωγραφίσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ζωγραφίζω
εσύεσύ να ζωγραφίζεις
αυτός/αυτήαυτός να ζωγραφίζει
εμείςεμείς να ζωγραφίζουμε
εσείςεσείς να ζωγραφίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ζωγραφίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ζωγραφίσω
εσύεσύ να ζωγραφίσεις
αυτός/αυτήαυτός να ζωγραφίσει
εμείςεμείς να ζωγραφίσουμε
εσείςεσείς να ζωγραφίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ζωγραφίσουν
Usages & examples
ζωγραφίζω κάτιΗ Μαρία ζωγραφίζει ένα λουλούδι.Maria is drawing a flower.
ζωγραφίζω σε + επιφάνειαΣτην έκθεση τα παιδιά ζωγράφισαν σε καμβά.At the exhibition the kids painted on canvas.
μου αρέσει / θέλω να ζωγραφίζωΜου αρέσει να ζωγραφίζω τα βράδια.I like to draw in the evenings.
ζωγραφίζω με λόγια (μεταφορικό)Με λίγες λέξεις ζωγράφισε όλη την ιστορία.With a few words he painted the whole story.