κατασκευάζω conjugation in Greek
"κατασκευάζω" is a common greek verb meaning "construct/build". Below are its conjugations across major tenses.
κατασκευάζω
construct/build
Ενεστώτας
εγώεγώ κατασκευάζω
εσύεσύ κατασκευάζεις
αυτός/αυτήαυτός κατασκευάζει
εμείςεμείς κατασκευάζουμε
εσείςεσείς κατασκευάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί κατασκευάζουν
Παρατατικός
εγώεγώ κατασκεύαζα
εσύεσύ κατασκεύαζες
αυτός/αυτήαυτός κατασκεύαζε
εμείςεμείς κατασκευάζαμε
εσείςεσείς κατασκευάζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κατασκεύαζαν
Αόριστος
εγώεγώ κατασκεύασα
εσύεσύ κατασκεύασες
αυτός/αυτήαυτός κατασκεύασε
εμείςεμείς κατασκευάσαμε
εσείςεσείς κατασκευάσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κατασκεύασαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα κατασκευάζω
εσύεσύ θα κατασκευάζεις
αυτός/αυτήαυτός θα κατασκευάζει
εμείςεμείς θα κατασκευάζουμε
εσείςεσείς θα κατασκευάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κατασκευάζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα κατασκευάσω
εσύεσύ θα κατασκευάσεις
αυτός/αυτήαυτός θα κατασκευάσει
εμείςεμείς θα κατασκευάσουμε
εσείςεσείς θα κατασκευάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κατασκευάσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να κατασκευάζω
εσύεσύ να κατασκευάζεις
αυτός/αυτήαυτός να κατασκευάζει
εμείςεμείς να κατασκευάζουμε
εσείςεσείς να κατασκευάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κατασκευάζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να κατασκευάσω
εσύεσύ να κατασκευάσεις
αυτός/αυτήαυτός να κατασκευάσει
εμείςεμείς να κατασκευάσουμε
εσείςεσείς να κατασκευάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κατασκευάσουν
Usages & examples
κατασκευάζω + αντικείμενοΗ εταιρεία κατασκευάζει ηλεκτρικά ποδήλατα.The company manufactures electric bikes.
κατασκευάζω κάτι από + υλικόΟ Γιάννης κατασκεύασε τραπέζι από παλέτες.Yiannis built a table out of pallets.
κατασκευάζω κάτι για να + ρήμαΚατασκεύασαν μια εφαρμογή για να απλοποιήσουν τις πληρωμές.They built an app to simplify payments.
κατασκευάζεται σε/στην + τόποςΤο προϊόν κατασκευάζεται στην Ιταλία.The product is manufactured in Italy.