λούζω conjugation in Greek
"λούζω" is a common greek verb meaning "wash hair". Below are its conjugations across major tenses.
λούζω
wash hair
Ενεστώτας
εγώεγώ λούζω
εσύεσύ λούζεις
αυτός/αυτήαυτός λούζει
εμείςεμείς λούζουμε
εσείςεσείς λούζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί λούζουν
Παρατατικός
εγώεγώ έλουζα
εσύεσύ έλουζες
αυτός/αυτήαυτός έλουζε
εμείςεμείς λούζαμε
εσείςεσείς λούζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί λούζαν
Αόριστος
εγώεγώ έλουσα
εσύεσύ έλουσες
αυτός/αυτήαυτός έλουσε
εμείςεμείς λούσαμε
εσείςεσείς λούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έλουσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα λούζω
εσύεσύ θα λούζεις
αυτός/αυτήαυτός θα λούζει
εμείςεμείς θα λούζουμε
εσείςεσείς θα λούζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα λούζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα λούσω
εσύεσύ θα λούσεις
αυτός/αυτήαυτός θα λούσει
εμείςεμείς θα λούσουμε
εσείςεσείς θα λούσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα λούσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να λούζω
εσύεσύ να λούζεις
αυτός/αυτήαυτός να λούζει
εμείςεμείς να λούζουμε
εσείςεσείς να λούζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να λούζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να λούσω
εσύεσύ να λούσεις
αυτός/αυτήαυτός να λούσει
εμείςεμείς να λούσουμε
εσείςεσείς να λούσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να λούσουν
Usages & examples
λούζω κάποιονΚάθε βράδυ λούζω το μωρό πριν κοιμηθεί.Every night I bathe the baby before it sleeps.
λούζομαιΠερίμενε δέκα λεπτά να λουστώ και φεύγουμε.Wait ten minutes for me to wash my hair and we’ll leave.
λούζω κάποιον με + ουσ.Οι δημοσιογράφοι τον λούζουν με ερωτήσεις.The journalists are showering him with questions.
το λούζομαιΑφού το υπέγραψε, τώρα θα το λουστεί.Since he signed it, now he'll have to deal with it.