ξοδεύω conjugation in Greek
"ξοδεύω" is a common greek verb meaning "to spend". Below are its conjugations across major tenses.
ξοδεύω
to spend
Ενεστώτας
εγώεγώ ξοδεύω
εσύεσύ ξοδεύεις
αυτός/αυτήαυτός ξοδεύει
εμείςεμείς ξοδεύουμε
εσείςεσείς ξοδεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ξοδεύουν
Παρατατικός
εγώεγώ ξόδευα
εσύεσύ ξόδευες
αυτός/αυτήαυτός ξόδευε
εμείςεμείς ξοδεύαμε
εσείςεσείς ξοδεύατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ξόδευαν
Αόριστος
εγώεγώ ξόδεψα
εσύεσύ ξόδεψες
αυτός/αυτήαυτός ξόδεψε
εμείςεμείς ξοδέψαμε
εσείςεσείς ξοδέψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ξόδεψαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ξοδεύω
εσύεσύ θα ξοδεύεις
αυτός/αυτήαυτός θα ξοδεύει
εμείςεμείς θα ξοδεύουμε
εσείςεσείς θα ξοδεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ξοδεύουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ξοδέψω
εσύεσύ θα ξοδέψεις
αυτός/αυτήαυτός θα ξοδέψει
εμείςεμείς θα ξοδέψουμε
εσείςεσείς θα ξοδέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ξοδέψουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ξοδεύω
εσύεσύ να ξοδεύεις
αυτός/αυτήαυτός να ξοδεύει
εμείςεμείς να ξοδεύουμε
εσείςεσείς να ξοδεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ξοδεύουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ξοδέψω
εσύεσύ να ξοδέψεις
αυτός/αυτήαυτός να ξοδέψει
εμείςεμείς να ξοδέψουμε
εσείςεσείς να ξοδέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ξοδέψουν
Usages & examples
ξοδεύω χρήματα σε κάτιΞόδεψα εκατό ευρώ σε βιβλία.I spent one hundred euros on books.
ξοδεύω χρόνο σε/για κάτιΞοδεύουμε πολύ χρόνο στο κινητό.We spend a lot of time on the phone.
ξοδεύω ενέργεια/κόποΜην ξοδεύεις τόση ενέργεια σε μικροπράγματα.Don't waste so much energy on small things.
ξοδεύω αλόγισταΤον τελευταίο καιρό ξοδεύω αλόγιστα και έχω μείνει χωρίς λεφτά.Lately I've been spending recklessly and I'm broke.