στοχεύω conjugation in Greek

"στοχεύω" is a common greek verb meaning "to aim; to target". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
στοχεύω

to aim; to target

Ενεστώτας

εγώεγώ στοχεύω
εσύεσύ στοχεύεις
αυτός/αυτήαυτός στοχεύει
εμείςεμείς στοχεύουμε
εσείςεσείς στοχεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί στοχεύουν

Παρατατικός

εγώεγώ στόχευα
εσύεσύ στόχευες
αυτός/αυτήαυτός στόχευε
εμείςεμείς στοχεύαμε
εσείςεσείς στοχεύατε
αυτοί/αυτέςαυτοί στόχευαν

Αόριστος

εγώεγώ στόχευσα
εσύεσύ στόχευσες
αυτός/αυτήαυτός στόχευσε
εμείςεμείς στοχεύσαμε
εσείςεσείς στοχεύσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί στόχευσαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα στοχεύω
εσύεσύ θα στοχεύεις
αυτός/αυτήαυτός θα στοχεύει
εμείςεμείς θα στοχεύουμε
εσείςεσείς θα στοχεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα στοχεύουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα στοχεύσω
εσύεσύ θα στοχεύσεις
αυτός/αυτήαυτός θα στοχεύσει
εμείςεμείς θα στοχεύσουμε
εσείςεσείς θα στοχεύσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα στοχεύσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να στοχεύω
εσύεσύ να στοχεύεις
αυτός/αυτήαυτός να στοχεύει
εμείςεμείς να στοχεύουμε
εσείςεσείς να στοχεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να στοχεύουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να στοχεύσω
εσύεσύ να στοχεύσεις
αυτός/αυτήαυτός να στοχεύσει
εμείςεμείς να στοχεύσουμε
εσείςεσείς να στοχεύσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να στοχεύσουν

Usages & examples

στοχεύω σε + αιτ.Η καμπάνια στοχεύει σε νέους γονείς.The campaign targets young parents.
στοχεύω να + ρήμαΣτοχεύω να τελειώσω τη δουλειά ως τις πέντε.I aim to finish the work by five.
στοχεύω + αντικείμενοΟι διαρρήκτες στοχεύουν σπίτια χωρίς συναγερμό.Burglars target houses without alarms.
στοχεύω ψηλάΑν θες να πετύχεις, πρέπει να στοχεύεις ψηλά.If you want to succeed, you have to aim high.