συνεχίζω conjugation in Greek

"συνεχίζω" is a common greek verb meaning "to continue". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
συνεχίζω

to continue

Ενεστώτας

εγώεγώ συνεχίζω
εσύεσύ συνεχίζεις
αυτός/αυτήαυτός συνεχίζει
εμείςεμείς συνεχίζουμε
εσείςεσείς συνεχίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί συνεχίζουν

Παρατατικός

εγώεγώ συνέχιζα
εσύεσύ συνέχιζες
αυτός/αυτήαυτός συνέχιζε
εμείςεμείς συνεχίζαμε
εσείςεσείς συνεχίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί συνέχιζαν

Αόριστος

εγώεγώ συνέχισα
εσύεσύ συνέχισες
αυτός/αυτήαυτός συνέχισε
εμείςεμείς συνεχίσαμε
εσείςεσείς συνεχίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί συνέχισαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα συνεχίζω
εσύεσύ θα συνεχίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα συνεχίζει
εμείςεμείς θα συνεχίζουμε
εσείςεσείς θα συνεχίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα συνεχίζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα συνεχίσω
εσύεσύ θα συνεχίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα συνεχίσει
εμείςεμείς θα συνεχίσουμε
εσείςεσείς θα συνεχίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα συνεχίσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να συνεχίζω
εσύεσύ να συνεχίζεις
αυτός/αυτήαυτός να συνεχίζει
εμείςεμείς να συνεχίζουμε
εσείςεσείς να συνεχίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να συνεχίζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να συνεχίσω
εσύεσύ να συνεχίσεις
αυτός/αυτήαυτός να συνεχίσει
εμείςεμείς να συνεχίσουμε
εσείςεσείς να συνεχίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να συνεχίσουν

Usages & examples

συνεχίζω να + υποτ.Συνεχίζω να διαβάζω παρά την κούραση.I keep on studying despite being tired.
συνεχίζω + αντικείμενοΘα συνεχίσω το πρότζεκτ αύριο.I’ll continue the project tomorrow.
συνεχίζω από + σημείοΑς συνεχίσουμε από εκεί που σταματήσαμε.Let’s continue from where we stopped.
συνέχισε! (προστακτική)Συνέχισε, σε ακούμε όλοι.Go on, we’re all listening.