φωνάζω conjugation in Greek
"φωνάζω" is a common greek verb meaning "to shout; to call". Below are its conjugations across major tenses.
φωνάζω
to shout; to call
Ενεστώτας
εγώεγώ φωνάζω
εσύεσύ φωνάζεις
αυτός/αυτήαυτός φωνάζει
εμείςεμείς φωνάζουμε
εσείςεσείς φωνάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί φωνάζουν
Παρατατικός
εγώεγώ φώναζα
εσύεσύ φώναζες
αυτός/αυτήαυτός φώναζε
εμείςεμείς φωνάζαμε
εσείςεσείς φωνάζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί φώναζαν
Αόριστος
εγώεγώ φώναξα
εσύεσύ φώναξες
αυτός/αυτήαυτός φώναξε
εμείςεμείς φωνάξαμε
εσείςεσείς φωνάξατε
αυτοί/αυτέςαυτοί φώναξαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα φωνάζω
εσύεσύ θα φωνάζεις
αυτός/αυτήαυτός θα φωνάζει
εμείςεμείς θα φωνάζουμε
εσείςεσείς θα φωνάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα φωνάζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα φωνάξω
εσύεσύ θα φωνάξεις
αυτός/αυτήαυτός θα φωνάξει
εμείςεμείς θα φωνάξουμε
εσείςεσείς θα φωνάξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα φωνάξουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να φωνάζω
εσύεσύ να φωνάζεις
αυτός/αυτήαυτός να φωνάζει
εμείςεμείς να φωνάζουμε
εσείςεσείς να φωνάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να φωνάζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να φωνάξω
εσύεσύ να φωνάξεις
αυτός/αυτήαυτός να φωνάξει
εμείςεμείς να φωνάξουμε
εσείςεσείς να φωνάξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να φωνάξουν
Usages & examples
φωνάζω σε κάποιονΜην μου φωνάζεις, σε ακούω.Don't shout at me, I can hear you.
φωνάζω κάποιονΦώναξα τον Γιάννη να βοηθήσει.I called Yiannis to help.
φωνάζω βοήθειαΆκουσα κάποιον να φωνάζει βοήθεια στο στενό.I heard someone shouting for help in the alley.
φωνάζω για κάτιΟι γείτονες φωνάζουν για το θόρυβο της καφετέριας.The neighbors are complaining about the café's noise.