αγγίζω conjugation in Greek

"αγγίζω" is a common greek verb meaning "to touch". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
αγγίζω

to touch

Ενεστώτας

εγώεγώ αγγίζω
εσύεσύ αγγίζεις
αυτός/αυτήαυτός αγγίζει
εμείςεμείς αγγίζουμε
εσείςεσείς αγγίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί αγγίζουν

Παρατατικός

εγώεγώ άγγιζα
εσύεσύ άγγιζες
αυτός/αυτήαυτός άγγιζε
εμείςεμείς αγγίζαμε
εσείςεσείς αγγίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί άγγιζαν

Αόριστος

εγώεγώ άγγιξα
εσύεσύ άγγιξες
αυτός/αυτήαυτός άγγιξε
εμείςεμείς αγγίξαμε
εσείςεσείς αγγίξατε
αυτοί/αυτέςαυτοί άγγιξαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα αγγίζω
εσύεσύ θα αγγίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα αγγίζει
εμείςεμείς θα αγγίζουμε
εσείςεσείς θα αγγίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αγγίζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα αγγίξω
εσύεσύ θα αγγίξεις
αυτός/αυτήαυτός θα αγγίξει
εμείςεμείς θα αγγίξουμε
εσείςεσείς θα αγγίξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αγγίξουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να αγγίζω
εσύεσύ να αγγίζεις
αυτός/αυτήαυτός να αγγίζει
εμείςεμείς να αγγίζουμε
εσείςεσείς να αγγίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αγγίζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να αγγίξω
εσύεσύ να αγγίξεις
αυτός/αυτήαυτός να αγγίξει
εμείςεμείς να αγγίξουμε
εσείςεσείς να αγγίξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αγγίξουν

Usages & examples

αγγίζω + αντικείμενο/άνθρωποΜην αγγίζεις την οθόνη με βρεγμένα χέρια.Don't touch the screen with wet hands.
με αγγίζειΗ ιστορία της με άγγιξε βαθιά.Her story touched me deeply.
αγγίζει + αριθμό/ποσόΗ θερμοκρασία αύριο θα αγγίξει τους 40 βαθμούς.Tomorrow the temperature will reach 40 degrees.
αγγίζω τα όριά μουΝιώθω ότι αγγίζω τα όριά μου στη δουλειά.I feel like I'm reaching my limits at work.