ζυγίζω conjugation in Greek
"ζυγίζω" is a common greek verb meaning "weigh". Below are its conjugations across major tenses.
ζυγίζω
weigh
Ενεστώτας
εγώεγώ ζυγίζω
εσύεσύ ζυγίζεις
αυτός/αυτήαυτός ζυγίζει
εμείςεμείς ζυγίζουμε
εσείςεσείς ζυγίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ζυγίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ ζύγιζα
εσύεσύ ζύγιζες
αυτός/αυτήαυτός ζύγιζε
εμείςεμείς ζυγίζαμε
εσείςεσείς ζυγίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ζύγιζαν
Αόριστος
εγώεγώ ζύγισα
εσύεσύ ζύγισες
αυτός/αυτήαυτός ζύγισε
εμείςεμείς ζυγίσαμε
εσείςεσείς ζυγίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ζύγισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ζυγίζω
εσύεσύ θα ζυγίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα ζυγίζει
εμείςεμείς θα ζυγίζουμε
εσείςεσείς θα ζυγίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ζυγίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ζυγίσω
εσύεσύ θα ζυγίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ζυγίσει
εμείςεμείς θα ζυγίσουμε
εσείςεσείς θα ζυγίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ζυγίσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ζυγίζω
εσύεσύ να ζυγίζεις
αυτός/αυτήαυτός να ζυγίζει
εμείςεμείς να ζυγίζουμε
εσείςεσείς να ζυγίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ζυγίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ζυγίσω
εσύεσύ να ζυγίσεις
αυτός/αυτήαυτός να ζυγίσει
εμείςεμείς να ζυγίσουμε
εσείςεσείς να ζυγίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ζυγίσουν
Usages & examples
ζυγίζω + αντικείμενοΜπορείς να ζυγίσεις τα μήλα, σε παρακαλώ;Can you weigh the apples, please?
ζυγίζω + αριθμός κιλάΤώρα ζυγίζω 75 κιλά και θέλω να χάσω λίπος.I now weigh 75 kilos and want to lose fat.
ζυγίζω τα υπέρ και τα κατάΠριν αποφασίσω, ζυγίζω πάντα τα υπέρ και τα κατά.Before I decide, I always weigh the pros and cons.
ζυγίζω τα λόγια μουΣτη συνέντευξη ζύγισα καλά τα λόγια μου.In the interview I weighed my words carefully.