υπολογίζω conjugation in Greek

"υπολογίζω" is a common greek verb meaning "to calculate; to estimate". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
υπολογίζω

to calculate; to estimate

Ενεστώτας

εγώεγώ υπολογίζω
εσύεσύ υπολογίζεις
αυτός/αυτήαυτός υπολογίζει
εμείςεμείς υπολογίζουμε
εσείςεσείς υπολογίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί υπολογίζουν

Παρατατικός

εγώεγώ υπολόγιζα
εσύεσύ υπολόγιζες
αυτός/αυτήαυτός υπολόγιζε
εμείςεμείς υπολογίζαμε
εσείςεσείς υπολογίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί υπολόγιζαν

Αόριστος

εγώεγώ υπολόγισα
εσύεσύ υπολόγισες
αυτός/αυτήαυτός υπολόγισε
εμείςεμείς υπολογίσαμε
εσείςεσείς υπολογίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί υπολόγισαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα υπολογίζω
εσύεσύ θα υπολογίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα υπολογίζει
εμείςεμείς θα υπολογίζουμε
εσείςεσείς θα υπολογίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα υπολογίζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα υπολογίσω
εσύεσύ θα υπολογίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα υπολογίσει
εμείςεμείς θα υπολογίσουμε
εσείςεσείς θα υπολογίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα υπολογίσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να υπολογίζω
εσύεσύ να υπολογίζεις
αυτός/αυτήαυτός να υπολογίζει
εμείςεμείς να υπολογίζουμε
εσείςεσείς να υπολογίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να υπολογίζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να υπολογίσω
εσύεσύ να υπολογίσεις
αυτός/αυτήαυτός να υπολογίσει
εμείςεμείς να υπολογίσουμε
εσείςεσείς να υπολογίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να υπολογίσουν

Usages & examples

υπολογίζω + αντικείμενοΥπολογίζω το σύνολο των εξόδων πριν πληρώσω.I calculate the total expenses before I pay.
υπολογίζω ότι + πρότασηΥπολογίζω ότι θα τελειώσουμε μέχρι τις έξι.I expect we’ll finish by six.
υπολογίζω σε + αιτιατικήΥπολογίζω σε σένα για βοήθεια αύριο.I’m counting on you for help tomorrow.
υπολογίζω κάποιον/κάτιΤην άποψή σου την υπολογίζω πολύ.I value your opinion a lot.