προσεγγίζω conjugation in Greek
"προσεγγίζω" is a common greek verb meaning "approach". Below are its conjugations across major tenses.
προσεγγίζω
approach
Ενεστώτας
εγώεγώ προσεγγίζω
εσύεσύ προσεγγίζεις
αυτός/αυτήαυτός προσεγγίζει
εμείςεμείς προσεγγίζουμε
εσείςεσείς προσεγγίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί προσεγγίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ προσέγγιζα
εσύεσύ προσέγγιζες
αυτός/αυτήαυτός προσέγγιζε
εμείςεμείς προσεγγίζαμε
εσείςεσείς προσεγγίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί προσέγγιζαν
Αόριστος
εγώεγώ προσέγγισα
εσύεσύ προσέγγισες
αυτός/αυτήαυτός προσέγγισε
εμείςεμείς προσεγγίσαμε
εσείςεσείς προσεγγίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί προσέγγισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα προσεγγίζω
εσύεσύ θα προσεγγίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα προσεγγίζει
εμείςεμείς θα προσεγγίζουμε
εσείςεσείς θα προσεγγίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα προσεγγίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα προσεγγίσω
εσύεσύ θα προσεγγίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα προσεγγίσει
εμείςεμείς θα προσεγγίσουμε
εσείςεσείς θα προσεγγίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα προσεγγίσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να προσεγγίζω
εσύεσύ να προσεγγίζεις
αυτός/αυτήαυτός να προσεγγίζει
εμείςεμείς να προσεγγίζουμε
εσείςεσείς να προσεγγίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να προσεγγίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να προσεγγίσω
εσύεσύ να προσεγγίσεις
αυτός/αυτήαυτός να προσεγγίσει
εμείςεμείς να προσεγγίσουμε
εσείςεσείς να προσεγγίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να προσεγγίσουν
Usages & examples
προσεγγίζω + μέροςΤο πλοίο προσεγγίζει το λιμάνι τώρα.The ship is approaching the harbor now.
προσεγγίζω κάποιον για...Τον προσέγγισα ήρεμα για να ζητήσω βοήθεια.I approached him calmly to ask for help.
προσεγγίζω ένα θέμα/πρόβλημαΠρέπει να προσεγγίσουμε το ζήτημα πιο προσεκτικά.We need to approach the issue more carefully.
ποσό προσεγγίζει + αριθμόΤο κόστος προσεγγίζει τα πεντακόσια ευρώ.The cost is approaching five hundred euros.