αρχίζω conjugation in Greek

"αρχίζω" is a common greek verb meaning "to begin; to start". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
αρχίζω

to begin; to start

Ενεστώτας

εγώεγώ αρχίζω
εσύεσύ αρχίζεις
αυτός/αυτήαυτός αρχίζει
εμείςεμείς αρχίζουμε
εσείςεσείς αρχίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί αρχίζουν

Παρατατικός

εγώεγώ άρχιζα
εσύεσύ άρχιζες
αυτός/αυτήαυτός άρχιζε
εμείςεμείς αρχίζαμε
εσείςεσείς αρχίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί άρχιζαν

Αόριστος

εγώεγώ άρχισα
εσύεσύ άρχισες
αυτός/αυτήαυτός άρχισε
εμείςεμείς αρχίσαμε
εσείςεσείς αρχίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί άρχισαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα αρχίζω
εσύεσύ θα αρχίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα αρχίζει
εμείςεμείς θα αρχίζουμε
εσείςεσείς θα αρχίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αρχίζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα αρχίσω
εσύεσύ θα αρχίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα αρχίσει
εμείςεμείς θα αρχίσουμε
εσείςεσείς θα αρχίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αρχίσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να αρχίζω
εσύεσύ να αρχίζεις
αυτός/αυτήαυτός να αρχίζει
εμείςεμείς να αρχίζουμε
εσείςεσείς να αρχίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αρχίζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να αρχίσω
εσύεσύ να αρχίσεις
αυτός/αυτήαυτός να αρχίσει
εμείςεμείς να αρχίσουμε
εσείςεσείς να αρχίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αρχίσουν

Usages & examples

αρχίζω να + ρήμαΑρχίζω να μαθαίνω ισπανικά.I’m starting to learn Spanish.
αρχίζω + αντικείμενοΑρχίζω τη δουλειά στις οκτώ.I start work at eight.
αρχίζω από + ουσιαστικόΑς αρχίσουμε από τα εύκολα.Let’s start with the easy things.
αρχίζω και + ρήμαΑρχίζω και πεινάω.I’m starting to get hungry.