ασφαλίζω conjugation in Greek
"ασφαλίζω" is a common greek verb meaning "secure/insure". Below are its conjugations across major tenses.
ασφαλίζω
secure/insure
Ενεστώτας
εγώεγώ ασφαλίζω
εσύεσύ ασφαλίζεις
αυτός/αυτήαυτός ασφαλίζει
εμείςεμείς ασφαλίζουμε
εσείςεσείς ασφαλίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ασφαλίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ ασφάλιζα
εσύεσύ ασφάλιζες
αυτός/αυτήαυτός ασφάλιζε
εμείςεμείς ασφαλίζαμε
εσείςεσείς ασφαλίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ασφάλιζαν
Αόριστος
εγώεγώ ασφάλισα
εσύεσύ ασφάλισες
αυτός/αυτήαυτός ασφάλισε
εμείςεμείς ασφαλίσαμε
εσείςεσείς ασφαλίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ασφάλισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ασφαλίζω
εσύεσύ θα ασφαλίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα ασφαλίζει
εμείςεμείς θα ασφαλίζουμε
εσείςεσείς θα ασφαλίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ασφαλίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ασφαλίσω
εσύεσύ θα ασφαλίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ασφαλίσει
εμείςεμείς θα ασφαλίσουμε
εσείςεσείς θα ασφαλίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ασφαλίσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ασφαλίζω
εσύεσύ να ασφαλίζεις
αυτός/αυτήαυτός να ασφαλίζει
εμείςεμείς να ασφαλίζουμε
εσείςεσείς να ασφαλίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ασφαλίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ασφαλίσω
εσύεσύ να ασφαλίσεις
αυτός/αυτήαυτός να ασφαλίσει
εμείςεμείς να ασφαλίσουμε
εσείςεσείς να ασφαλίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ασφαλίσουν
Usages & examples
ασφαλίζω + αντικείμενο (πόρτα, παράθυρο)Μην ξεχάσεις να ασφαλίσεις την πόρτα πριν φύγεις.Don’t forget to lock the door before you leave.
ασφαλίζω + όχημα/περιουσίαΑύριο πάω να ασφαλίσω το αυτοκίνητο για ένα χρόνο.Tomorrow I’m going to insure the car for a year.
ασφαλίζω + αντικείμενο από + κίνδυνοΤο κράνος ασφαλίζει το κεφάλι σου από τραυματισμούς.The helmet protects your head from injuries.
ασφαλίζω το μέλλον/τα παιδιά μουΒάζω λίγα χρήματα στην άκρη για να ασφαλίσω το μέλλον μου.I’m putting some money aside to secure my future.