βγάζω conjugation in Greek

"βγάζω" is a common greek verb meaning "to take out; to produce". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
βγάζω

to take out; to produce

Ενεστώτας

εγώεγώ βγάζω
εσύεσύ βγάζεις
αυτός/αυτήαυτός βγάζει
εμείςεμείς βγάζουμε
εσείςεσείς βγάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί βγάζουν

Παρατατικός

εγώεγώ έβγαζα
εσύεσύ έβγαζες
αυτός/αυτήαυτός έβγαζε
εμείςεμείς βγάζαμε
εσείςεσείς βγάζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έβγαζαν

Αόριστος

εγώεγώ έβγαλα
εσύεσύ έβγαλες
αυτός/αυτήαυτός έβγαλε
εμείςεμείς βγάλαμε
εσείςεσείς βγάλατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έβγαλαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα βγάζω
εσύεσύ θα βγάζεις
αυτός/αυτήαυτός θα βγάζει
εμείςεμείς θα βγάζουμε
εσείςεσείς θα βγάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα βγάζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα βγάλω
εσύεσύ θα βγάλεις
αυτός/αυτήαυτός θα βγάλει
εμείςεμείς θα βγάλουμε
εσείςεσείς θα βγάλετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα βγάλουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να βγάζω
εσύεσύ να βγάζεις
αυτός/αυτήαυτός να βγάζει
εμείςεμείς να βγάζουμε
εσείςεσείς να βγάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να βγάζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να βγάλω
εσύεσύ να βγάλεις
αυτός/αυτήαυτός να βγάλει
εμείςεμείς να βγάλουμε
εσείςεσείς να βγάλετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να βγάλουν

Usages & examples

βγάζω κάτι από ...Βγάλε το κλειδί από την κλειδαριά.Take the key out of the lock.
βγάζω χρήματαΜε αυτή τη δουλειά βγάζω αρκετά χρήματα.With this job I earn quite a bit of money.
βγάζω φωτογραφίαΜπορείς να μου βγάλεις μια φωτογραφία;Can you take a photo of me?
δεν βγάζει νόημαΑυτό που λες δεν βγάζει νόημα.What you're saying doesn't make sense.