δανείζω conjugation in Greek
"δανείζω" is a common greek verb meaning "to lend". Below are its conjugations across major tenses.
δανείζω
to lend
Ενεστώτας
εγώεγώ δανείζω
εσύεσύ δανείζεις
αυτός/αυτήαυτός δανείζει
εμείςεμείς δανείζουμε
εσείςεσείς δανείζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί δανείζουν
Παρατατικός
εγώεγώ δάνειζα
εσύεσύ δάνειζες
αυτός/αυτήαυτός δάνειζε
εμείςεμείς δανείζαμε
εσείςεσείς δανείζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί δάνειζαν
Αόριστος
εγώεγώ δάνεισα
εσύεσύ δάνεισες
αυτός/αυτήαυτός δάνεισε
εμείςεμείς δανείσαμε
εσείςεσείς δανείσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί δάνεισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα δανείζω
εσύεσύ θα δανείζεις
αυτός/αυτήαυτός θα δανείζει
εμείςεμείς θα δανείζουμε
εσείςεσείς θα δανείζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα δανείζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα δανείσω
εσύεσύ θα δανείσεις
αυτός/αυτήαυτός θα δανείσει
εμείςεμείς θα δανείσουμε
εσείςεσείς θα δανείσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα δανείσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να δανείζω
εσύεσύ να δανείζεις
αυτός/αυτήαυτός να δανείζει
εμείςεμείς να δανείζουμε
εσείςεσείς να δανείζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να δανείζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να δανείσω
εσύεσύ να δανείσεις
αυτός/αυτήαυτός να δανείσει
εμείςεμείς να δανείσουμε
εσείςεσείς να δανείσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να δανείσουν
Usages & examples
δανείζω κάτι σε κάποιονΔάνεισα το λάπτοπ μου στον Κώστα για το Σαββατοκύριακο.I lent my laptop to Kostas for the weekend.
δανείζω κάποιον (ποσό)Η τράπεζα δανείζει τους πελάτες της μέχρι 10.000 ευρώ χωρίς εγγύηση.The bank lends its customers up to €10,000 without collateral.
δανείζω τη φωνή / το όνομά μουΗ γνωστή τραγουδίστρια δάνεισε τη φωνή της σε διαφημιστικό σποτ.The famous singer lent her voice to a commercial spot.
δανείζω στοιχεία/ιδέες απόΗ ταινία δανείζει στοιχεία από τα κλασικά western.The film borrows elements from classic westerns.