κερδίζω conjugation in Greek

"κερδίζω" is a common greek verb meaning "to win; to earn". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
κερδίζω

to win; to earn

Ενεστώτας

εγώεγώ κερδίζω
εσύεσύ κερδίζεις
αυτός/αυτήαυτός κερδίζει
εμείςεμείς κερδίζουμε
εσείςεσείς κερδίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί κερδίζουν

Παρατατικός

εγώεγώ κέρδιζα
εσύεσύ κέρδιζες
αυτός/αυτήαυτός κέρδιζε
εμείςεμείς κερδίζαμε
εσείςεσείς κερδίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κέρδιζαν

Αόριστος

εγώεγώ κέρδισα
εσύεσύ κέρδισες
αυτός/αυτήαυτός κέρδισε
εμείςεμείς κερδίσαμε
εσείςεσείς κερδίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κέρδισαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα κερδίζω
εσύεσύ θα κερδίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα κερδίζει
εμείςεμείς θα κερδίζουμε
εσείςεσείς θα κερδίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κερδίζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα κερδίσω
εσύεσύ θα κερδίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα κερδίσει
εμείςεμείς θα κερδίσουμε
εσείςεσείς θα κερδίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κερδίσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να κερδίζω
εσύεσύ να κερδίζεις
αυτός/αυτήαυτός να κερδίζει
εμείςεμείς να κερδίζουμε
εσείςεσείς να κερδίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κερδίζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να κερδίσω
εσύεσύ να κερδίσεις
αυτός/αυτήαυτός να κερδίσει
εμείςεμείς να κερδίσουμε
εσείςεσείς να κερδίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κερδίσουν

Usages & examples

κερδίζω + κάτι (παιχνίδι, βραβείο)Κέρδισα το παιχνίδι εύκολα.I won the game easily.
κερδίζω χρήματα/μισθόΣτη νέα δουλειά κερδίζω περισσότερα χρήματα.In the new job I earn more money.
κερδίζω χρόνοΑν πας με το μετρό, κερδίζεις χρόνο.If you go by metro, you save time.
κερδίζω κάποιονΜε το χαμόγελό της κέρδισε όλους στο γραφείο.With her smile she won everyone at the office over.