μαζεύω conjugation in Greek
"μαζεύω" is a common greek verb meaning "to gather; to pick up". Below are its conjugations across major tenses.
μαζεύω
to gather; to pick up
Ενεστώτας
εγώεγώ μαζεύω
εσύεσύ μαζεύεις
αυτός/αυτήαυτός μαζεύει
εμείςεμείς μαζεύουμε
εσείςεσείς μαζεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί μαζεύουν
Παρατατικός
εγώεγώ μάζευα
εσύεσύ μάζευες
αυτός/αυτήαυτός μάζευε
εμείςεμείς μαζεύαμε
εσείςεσείς μαζεύατε
αυτοί/αυτέςαυτοί μάζευαν
Αόριστος
εγώεγώ μάζεψα
εσύεσύ μάζεψες
αυτός/αυτήαυτός μάζεψε
εμείςεμείς μαζέψαμε
εσείςεσείς μαζέψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί μάζεψαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα μαζεύω
εσύεσύ θα μαζεύεις
αυτός/αυτήαυτός θα μαζεύει
εμείςεμείς θα μαζεύουμε
εσείςεσείς θα μαζεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μαζεύουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα μαζέψω
εσύεσύ θα μαζέψεις
αυτός/αυτήαυτός θα μαζέψει
εμείςεμείς θα μαζέψουμε
εσείςεσείς θα μαζέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μαζέψουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να μαζεύω
εσύεσύ να μαζεύεις
αυτός/αυτήαυτός να μαζεύει
εμείςεμείς να μαζεύουμε
εσείςεσείς να μαζεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μαζεύουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να μαζέψω
εσύεσύ να μαζέψεις
αυτός/αυτήαυτός να μαζέψει
εμείςεμείς να μαζέψουμε
εσείςεσείς να μαζέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μαζέψουν
Usages & examples
μαζεύω + αντικείμεναΜάζεψε τα ρούχα σου από το πάτωμα.Pick up your clothes from the floor.
μαζεύω λεφτά για + στόχοΜαζεύω λεφτά για καινούριο κινητό.I'm saving up money for a new phone.
μαζεύω κόσμοΗ συναυλία μαζεύει κάθε χρόνο πολύ κόσμο.The concert attracts a big crowd every year.
μαζεύω + ελιές/φρούτα κτλ.Το φθινόπωρο μαζεύουμε ελιές στο χωριό.In the autumn we pick olives in the village.