μπερδεύω conjugation in Greek

"μπερδεύω" is a common greek verb meaning "confuse/mix up". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
μπερδεύω

confuse/mix up

Ενεστώτας

εγώεγώ μπερδεύω
εσύεσύ μπερδεύεις
αυτός/αυτήαυτός μπερδεύει
εμείςεμείς μπερδεύουμε
εσείςεσείς μπερδεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί μπερδεύουν

Παρατατικός

εγώεγώ μπέρδευα
εσύεσύ μπέρδευες
αυτός/αυτήαυτός μπέρδευε
εμείςεμείς μπερδεύαμε
εσείςεσείς μπερδεύατε
αυτοί/αυτέςαυτοί μπέρδευαν

Αόριστος

εγώεγώ μπέρδεψα
εσύεσύ μπέρδεψες
αυτός/αυτήαυτός μπέρδεψε
εμείςεμείς μπερδέψαμε
εσείςεσείς μπερδέψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί μπέρδεψαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα μπερδεύω
εσύεσύ θα μπερδεύεις
αυτός/αυτήαυτός θα μπερδεύει
εμείςεμείς θα μπερδεύουμε
εσείςεσείς θα μπερδεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μπερδεύουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα μπερδέψω
εσύεσύ θα μπερδέψεις
αυτός/αυτήαυτός θα μπερδέψει
εμείςεμείς θα μπερδέψουμε
εσείςεσείς θα μπερδέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα μπερδέψουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να μπερδεύω
εσύεσύ να μπερδεύεις
αυτός/αυτήαυτός να μπερδεύει
εμείςεμείς να μπερδεύουμε
εσείςεσείς να μπερδεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μπερδεύουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να μπερδέψω
εσύεσύ να μπερδέψεις
αυτός/αυτήαυτός να μπερδέψει
εμείςεμείς να μπερδέψουμε
εσείςεσείς να μπερδέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να μπερδέψουν

Usages & examples

μπερδεύω κάποιονΑυτό που λες με μπερδεύει.What you're saying confuses me.
μπερδεύω κάτι με κάτι άλλοΠάντα μπερδεύω τη Δευτέρα με την Τρίτη.I always mix up Monday with Tuesday.
μπερδεύω τα πράγματαΜην μπερδεύεις τα πράγματα, όλα είναι ξεκάθαρα.Don't complicate things, everything is clear.
μπερδεύω τα λόγια μουΌταν αγχώνομαι, μπερδεύω τα λόγια μου.When I get nervous, I jumble my words.