πιέζω conjugation in Greek
"πιέζω" is a common greek verb meaning "press". Below are its conjugations across major tenses.
πιέζω
press
Ενεστώτας
εγώεγώ πιέζω
εσύεσύ πιέζεις
αυτός/αυτήαυτός πιέζει
εμείςεμείς πιέζουμε
εσείςεσείς πιέζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί πιέζουν
Παρατατικός
εγώεγώ πίεζα
εσύεσύ πίεζες
αυτός/αυτήαυτός πίεζε
εμείςεμείς πιέζαμε
εσείςεσείς πιέζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πίεζαν
Αόριστος
εγώεγώ πίεσα
εσύεσύ πίεσες
αυτός/αυτήαυτός πίεσε
εμείςεμείς πιέσαμε
εσείςεσείς πιέσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πίεσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα πιέζω
εσύεσύ θα πιέζεις
αυτός/αυτήαυτός θα πιέζει
εμείςεμείς θα πιέζουμε
εσείςεσείς θα πιέζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα πιέζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα πιέσω
εσύεσύ θα πιέσεις
αυτός/αυτήαυτός θα πιέσει
εμείςεμείς θα πιέσουμε
εσείςεσείς θα πιέσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα πιέσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να πιέζω
εσύεσύ να πιέζεις
αυτός/αυτήαυτός να πιέζει
εμείςεμείς να πιέζουμε
εσείςεσείς να πιέζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να πιέζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να πιέσω
εσύεσύ να πιέσεις
αυτός/αυτήαυτός να πιέσει
εμείςεμείς να πιέσουμε
εσείςεσείς να πιέσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να πιέσουν
Usages & examples
πιέζω + αντικείμενο (φυσικά)Πιέζω το κουμπί και ανοίγει η πόρτα.I press the button and the door opens.
πιέζω κάποιον (ψυχολογικά)Μη με πιέζεις άλλο, θα απαντήσω όταν είμαι έτοιμος.Don't pressure me anymore; I'll answer when I'm ready.
πιέζω κάποιον να + υποτακτικήΤον πιέζω να πάρει άδεια πριν κουραστεί περισσότερο.I'm pushing him to take leave before he gets more tired.
πιέζω για + ουσιαστικόΟι εργαζόμενοι πιέζουν για καλύτερους μισθούς.The employees are pushing for better salaries.