προσαρμόζω conjugation in Greek

"προσαρμόζω" is a common greek verb meaning "to adapt; to adjust". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
προσαρμόζω

to adapt; to adjust

Ενεστώτας

εγώεγώ προσαρμόζω
εσύεσύ προσαρμόζεις
αυτός/αυτήαυτός προσαρμόζει
εμείςεμείς προσαρμόζουμε
εσείςεσείς προσαρμόζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί προσαρμόζουν

Παρατατικός

εγώεγώ προσάρμοζα
εσύεσύ προσάρμοζες
αυτός/αυτήαυτός προσάρμοζε
εμείςεμείς προσαρμόζαμε
εσείςεσείς προσαρμόζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί προσάρμοζαν

Αόριστος

εγώεγώ προσάρμοσα
εσύεσύ προσάρμοσες
αυτός/αυτήαυτός προσάρμοσε
εμείςεμείς προσαρμόσαμε
εσείςεσείς προσαρμόσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί προσάρμοσαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα προσαρμόζω
εσύεσύ θα προσαρμόζεις
αυτός/αυτήαυτός θα προσαρμόζει
εμείςεμείς θα προσαρμόζουμε
εσείςεσείς θα προσαρμόζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα προσαρμόζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα προσαρμόσω
εσύεσύ θα προσαρμόσεις
αυτός/αυτήαυτός θα προσαρμόσει
εμείςεμείς θα προσαρμόσουμε
εσείςεσείς θα προσαρμόσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα προσαρμόσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να προσαρμόζω
εσύεσύ να προσαρμόζεις
αυτός/αυτήαυτός να προσαρμόζει
εμείςεμείς να προσαρμόζουμε
εσείςεσείς να προσαρμόζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να προσαρμόζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να προσαρμόσω
εσύεσύ να προσαρμόσεις
αυτός/αυτήαυτός να προσαρμόσει
εμείςεμείς να προσαρμόσουμε
εσείςεσείς να προσαρμόσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να προσαρμόσουν

Usages & examples

προσαρμόζω κάτιΠροσαρμόζω τη φωτεινότητα της οθόνης.I adjust the screen brightness.
προσαρμόζω κάτι σε κάτιΠρέπει να προσαρμόσουμε το πρόγραμμα στις ανάγκες των παιδιών.We need to adapt the schedule to the children's needs.
κάτι προσαρμόζεται σε κάτιΤο κάθισμα προσαρμόζεται σε διαφορετικά ύψη.The seat adjusts to different heights.
προσαρμόζω κάποιον σε περιβάλλονΗ δασκάλα προσπαθεί να προσαρμόσει τους νέους μαθητές στο σχολείο.The teacher is trying to help the new students adjust to the school.