σκίζω conjugation in Greek
"σκίζω" is a common greek verb meaning "tear / rip". Below are its conjugations across major tenses.
σκίζω
tear / rip
Ενεστώτας
εγώεγώ σκίζω
εσύεσύ σκίζεις
αυτός/αυτήαυτός σκίζει
εμείςεμείς σκίζουμε
εσείςεσείς σκίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί σκίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ έσκιζα
εσύεσύ έσκιζες
αυτός/αυτήαυτός έσκιζε
εμείςεμείς σκίζαμε
εσείςεσείς σκίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έσκιζαν
Αόριστος
εγώεγώ έσκισα
εσύεσύ έσκισες
αυτός/αυτήαυτός έσκισε
εμείςεμείς σκίσαμε
εσείςεσείς σκίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έσκισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα σκίζω
εσύεσύ θα σκίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα σκίζει
εμείςεμείς θα σκίζουμε
εσείςεσείς θα σκίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα σκίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα σκίσω
εσύεσύ θα σκίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα σκίσει
εμείςεμείς θα σκίσουμε
εσείςεσείς θα σκίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα σκίσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να σκίζω
εσύεσύ να σκίζεις
αυτός/αυτήαυτός να σκίζει
εμείςεμείς να σκίζουμε
εσείςεσείς να σκίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να σκίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να σκίσω
εσύεσύ να σκίσεις
αυτός/αυτήαυτός να σκίσει
εμείςεμείς να σκίσουμε
εσείςεσείς να σκίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να σκίσουν
Usages & examples
σκίζω κάτιΜην σκίζεις το γράμμα, θέλω να το κρατήσω.Don’t tear the letter, I want to keep it.
η ταινία/το άλμπουμ σκίζειΤο καινούριο της άλμπουμ σκίζει στις πωλήσεις.Her new album is killing it in sales.
σκίζομαι στη δουλειάΣκίζεται στη δουλειά για να στηρίξει την οικογένεια.He busts himself at work to support the family.
σκίζω στις εξετάσειςΗ Μαρία έσκισε στις εξετάσεις και πήρε υποτροφία.Maria aced the exams and got a scholarship.