σκεπάζω conjugation in Greek
"σκεπάζω" is a common greek verb meaning "cover". Below are its conjugations across major tenses.
σκεπάζω
cover
Ενεστώτας
εγώεγώ σκεπάζω
εσύεσύ σκεπάζεις
αυτός/αυτήαυτός σκεπάζει
εμείςεμείς σκεπάζουμε
εσείςεσείς σκεπάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί σκεπάζουν
Παρατατικός
εγώεγώ σκέπαζα
εσύεσύ σκέπαζες
αυτός/αυτήαυτός σκέπαζε
εμείςεμείς σκεπάζαμε
εσείςεσείς σκεπάζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί σκέπαζαν
Αόριστος
εγώεγώ σκέπασα
εσύεσύ σκέπασες
αυτός/αυτήαυτός σκέπασε
εμείςεμείς σκεπάσαμε
εσείςεσείς σκεπάσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί σκέπασαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα σκεπάζω
εσύεσύ θα σκεπάζεις
αυτός/αυτήαυτός θα σκεπάζει
εμείςεμείς θα σκεπάζουμε
εσείςεσείς θα σκεπάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα σκεπάζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα σκεπάσω
εσύεσύ θα σκεπάσεις
αυτός/αυτήαυτός θα σκεπάσει
εμείςεμείς θα σκεπάσουμε
εσείςεσείς θα σκεπάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα σκεπάσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να σκεπάζω
εσύεσύ να σκεπάζεις
αυτός/αυτήαυτός να σκεπάζει
εμείςεμείς να σκεπάζουμε
εσείςεσείς να σκεπάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να σκεπάζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να σκεπάσω
εσύεσύ να σκεπάσεις
αυτός/αυτήαυτός να σκεπάσει
εμείςεμείς να σκεπάσουμε
εσείςεσείς να σκεπάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να σκεπάσουν
Usages & examples
σκεπάζω κάτιΣκέπασε την κατσαρόλα να βράσει πιο γρήγορα.Cover the pot so it boils faster.
σκεπάζω κάτι με + αιτιατικήΣκεπάζω το κέικ με λιωμένη σοκολάτα.I cover the cake with melted chocolate.
σκεπάζω κάποιον για ζεστασιάΜην ξεχάσεις να σκεπάσεις το μωρό πριν κοιμηθεί.Don’t forget to tuck the baby in before it sleeps.
σκεπάζω λάθη/ίχνηΠροσπάθησαν να σκεπάσουν το σκάνδαλο.They tried to cover up the scandal.