σκουπίζω conjugation in Greek
"σκουπίζω" is a common greek verb meaning "wipe/sweep". Below are its conjugations across major tenses.
σκουπίζω
wipe/sweep
Ενεστώτας
εγώεγώ σκουπίζω
εσύεσύ σκουπίζεις
αυτός/αυτήαυτός σκουπίζει
εμείςεμείς σκουπίζουμε
εσείςεσείς σκουπίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί σκουπίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ σκούπιζα
εσύεσύ σκούπιζες
αυτός/αυτήαυτός σκούπιζε
εμείςεμείς σκουπίζαμε
εσείςεσείς σκουπίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί σκούπιζαν
Αόριστος
εγώεγώ σκούπισα
εσύεσύ σκούπισες
αυτός/αυτήαυτός σκούπισε
εμείςεμείς σκουπίσαμε
εσείςεσείς σκουπίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί σκούπισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα σκουπίζω
εσύεσύ θα σκουπίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα σκουπίζει
εμείςεμείς θα σκουπίζουμε
εσείςεσείς θα σκουπίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα σκουπίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα σκουπίσω
εσύεσύ θα σκουπίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα σκουπίσει
εμείςεμείς θα σκουπίσουμε
εσείςεσείς θα σκουπίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα σκουπίσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να σκουπίζω
εσύεσύ να σκουπίζεις
αυτός/αυτήαυτός να σκουπίζει
εμείςεμείς να σκουπίζουμε
εσείςεσείς να σκουπίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να σκουπίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να σκουπίσω
εσύεσύ να σκουπίσεις
αυτός/αυτήαυτός να σκουπίσει
εμείςεμείς να σκουπίσουμε
εσείςεσείς να σκουπίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να σκουπίσουν
Usages & examples
σκουπίζω + το πάτωμα/δρόμοΣκούπισα το πάτωμα πριν έρθεις.I swept the floor before you came.
σκουπίζω κάτι από + επιφάνειαΣκούπισα τη σκόνη από το ράφι.I wiped the dust off the shelf.
σκουπίζω τα χέρια/το στόμα μουΣκουπίζω τα χέρια μου με χαρτοπετσέτα.I'm wiping my hands with a napkin.
σκουπίζω με + εργαλείοΣκούπισε τον πάγκο με ένα καθαρό πανί.Wipe the counter with a clean cloth.