σπουδάζω conjugation in Greek

"σπουδάζω" is a common greek verb meaning "to study". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
σπουδάζω

to study

Ενεστώτας

εγώεγώ σπουδάζω
εσύεσύ σπουδάζεις
αυτός/αυτήαυτός σπουδάζει
εμείςεμείς σπουδάζουμε
εσείςεσείς σπουδάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί σπουδάζουν

Παρατατικός

εγώεγώ σπούδαζα
εσύεσύ σπούδαζες
αυτός/αυτήαυτός σπούδαζε
εμείςεμείς σπουδάζαμε
εσείςεσείς σπουδάζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί σπούδαζαν

Αόριστος

εγώεγώ σπούδασα
εσύεσύ σπούδασες
αυτός/αυτήαυτός σπούδασε
εμείςεμείς σπουδάσαμε
εσείςεσείς σπουδάσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί σπούδασαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα σπουδάζω
εσύεσύ θα σπουδάζεις
αυτός/αυτήαυτός θα σπουδάζει
εμείςεμείς θα σπουδάζουμε
εσείςεσείς θα σπουδάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα σπουδάζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα σπουδάσω
εσύεσύ θα σπουδάσεις
αυτός/αυτήαυτός θα σπουδάσει
εμείςεμείς θα σπουδάσουμε
εσείςεσείς θα σπουδάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα σπουδάσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να σπουδάζω
εσύεσύ να σπουδάζεις
αυτός/αυτήαυτός να σπουδάζει
εμείςεμείς να σπουδάζουμε
εσείςεσείς να σπουδάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να σπουδάζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να σπουδάσω
εσύεσύ να σπουδάσεις
αυτός/αυτήαυτός να σπουδάσει
εμείςεμείς να σπουδάσουμε
εσείςεσείς να σπουδάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να σπουδάσουν

Usages & examples

σπουδάζω σε + πόλη/πανεπιστήμιοΟ Πέτρος σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.Petros studies at the University of Crete.
σπουδάζω + αντικείμενοΗ Μαρία σπουδάζει αρχιτεκτονική.Maria is studying architecture.
σπούδασα + αντικείμενοΣπούδασα οικονομικά στην Αθήνα.I studied economics in Athens.
σπουδάζω για να γίνω + επάγγελμαΣπουδάζω για να γίνω μηχανικός.I'm studying to become an engineer.