συμβουλεύω conjugation in Greek

"συμβουλεύω" is a common greek verb meaning "to advise". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
συμβουλεύω

to advise

Ενεστώτας

εγώεγώ συμβουλεύω
εσύεσύ συμβουλεύεις
αυτός/αυτήαυτός συμβουλεύει
εμείςεμείς συμβουλεύουμε
εσείςεσείς συμβουλεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί συμβουλεύουν

Παρατατικός

εγώεγώ συμβούλευα
εσύεσύ συμβούλευες
αυτός/αυτήαυτός συμβούλευε
εμείςεμείς συμβουλεύαμε
εσείςεσείς συμβουλεύατε
αυτοί/αυτέςαυτοί συμβούλευαν

Αόριστος

εγώεγώ συμβούλεψα
εσύεσύ συμβούλεψες
αυτός/αυτήαυτός συμβούλεψε
εμείςεμείς συμβουλέψαμε
εσείςεσείς συμβουλέψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί συμβούλεψαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα συμβουλεύω
εσύεσύ θα συμβουλεύεις
αυτός/αυτήαυτός θα συμβουλεύει
εμείςεμείς θα συμβουλεύουμε
εσείςεσείς θα συμβουλεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα συμβουλεύουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα συμβουλέψω
εσύεσύ θα συμβουλέψεις
αυτός/αυτήαυτός θα συμβουλέψει
εμείςεμείς θα συμβουλέψουμε
εσείςεσείς θα συμβουλέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα συμβουλέψουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να συμβουλεύω
εσύεσύ να συμβουλεύεις
αυτός/αυτήαυτός να συμβουλεύει
εμείςεμείς να συμβουλεύουμε
εσείςεσείς να συμβουλεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να συμβουλεύουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να συμβουλέψω
εσύεσύ να συμβουλέψεις
αυτός/αυτήαυτός να συμβουλέψει
εμείςεμείς να συμβουλέψουμε
εσείςεσείς να συμβουλέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να συμβουλέψουν

Usages & examples

συμβουλεύω κάποιον να + ρήμαΟ γιατρός με συμβούλεψε να πίνω περισσότερο νερό.The doctor advised me to drink more water.
συμβουλεύω κάποιον να μην + ρήμαΤον συμβούλεψα να μην πάρει βιαστική απόφαση.I advised him not to make a hasty decision.
συμβουλεύω για/πάνω σε + θέμαΣτη δουλειά συμβουλεύω πελάτες για φορολογικά ζητήματα.At work I advise clients on tax matters.